1. Λογοτεχνία
  2. Νεοελληνική λογοτεχνία
  3. Δοκίμιο και Επιστολογραφία
  4. Επιστροφή

Νεανική αλληλογραφία 1954-1960 Βασιλικός Βασίλης- Κουμανταρέας Mένης

Συγγραφέας: Μένης Κουμανταρέας Βασίλης Βασιλικός

 

Εκδότης: Τόπος

 

Τιμή: 13,90 € 12,64 €

:
  • Google+
  • PrintFriendly
Χρονολογία έκδοσης: 2014
Τύπος: Μαλακό
Σελίδες: 136
Διαστάσεις: 24x17cm

ISBN

  •  978-960-499-118-1

Video

 

Περιγραφή

Ως σπάνιο ντοκουμέντο μπορεί να χαρακτηριστεί η Νεανική αλληλογραφία του Βασίλη Βασιλικού και του Μένη Κουμανταρέα, όπως αναπτύχθηκε ανάμεσά τους από το 1954 έως το 1960. Γράμματα εξομολογητικά, τρυφερά, γεμάτα από την επιθυμία ενός μέλλοντος δημιουργικού, που θα τους αναδείξει ως συγγραφείς, αλλά και θα στερεώσει τη φιλία τους που την αισθάνονται ήδη πολύτιμη.

Γράμματα ενδεικτικά όχι μόνο των ενδιαφερόντων των αλληλογράφων, αλλά και μιας ολόκληρης εποχής. Πρόκειται για τη βασανισμένη για την Ελλάδα δεκαετία του ’50, όταν ακόμη και ένα απλό ταξίδι από μια πόλη σε άλλη χρειαζόταν πολύ να το σκεφτεί κανείς πριν το επιχειρήσει.

Με αυτού του είδους τις ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες διανθίζεται η Νεανική αλληλογραφία του Βασίλη Βασιλικού και του Μένη Κουμανταρέα: με την αγωνία του έρωτα, την ανάγκη της φιλίας και τις δεσπόζουσες μορφές, όσον αφορά κάθε τους σκέψη και προοπτική, του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου. Πάνω απ’ όλα αυτά, όμως, κυριαρχεί το πάθος δύο νέων ανθρώπων για δημιουργία ένα πάθος που παραμερίζει κάθε άλλη, αν και ουσιαστική στην τότε ανάπτυξή τους, εφήμερη δραστηριότητα.

 

Παρουσίαση του βιβλίου στην Ελευθεροτυπία από τη Σταυρούλα Παπασπύρου

«Ξέρω ότι ο Βασίλης το θυμάται διαφορετικά, αλλά εγώ δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία! Ηταν την εποχή που υπηρετούσα στο Ναυτικό, κι ήμουν στο πατάρι του Picadilly με τον Χατζιδάκι -ίσως και με τον Γκάτσο- και στη φωνή του διέκρινα έναν τόνο... λιγάκι απαξιωτικό!». Πράγματι, όμως, ο Βασιλικός ανακαλεί τη γνωριμία τους αλλιώς: «Είχα κατέβει από τη Θεσσαλονίκη κι όπως κάθε φορά που ερχόμουν στην Αθήνα έμενα στο σπίτι του Μάνου. Βλέπω λοιπόν να βγαίνει απ' την κουζίνα ένας όμορφος, μελαχρινός ναύτης -με κοντά παντελόνια, αν δεν κάνω λάθος- κι ακούω τον Χατζιδάκι να μου λέει: από δω ο φίλος μου ο Μένης, ο οποίος γράφει! Πώς θα μπορούσα να είμαι απαξιωτικός; Ο Μάνος μού τον σύστηνε όχι απλώς ως φίλο του αλλά και ως συνάδελφό μου. Αποκλείεται να τα μπλέκω!».

Οπως και να 'χει, ο 20χρονος Βασιλικός κι ο 23χρονος Κουμανταρέας άρχισαν έκτοτε να κάνουν παρέα και καθώς το περισσότερο διάστημα τους χώριζαν εκατοντάδες χιλιόμετρα, έπιασαν να επικοινωνούν και γραπτώς. Και να που σήμερα, τα γράμματα που αντάλλαξαν από το 1954 ώς το 1960 απλώνονται με τη φροντίδα του Θανάση Νιάρχου σ' έναν τόμο των εκδόσεων «Τόπος», αποκαλύπτοντάς μας την ποιότητα της φιλίας τους, τις πνευματικές αλλά και τις ερωτικές τους ανησυχίες, τις συγγραφικές τους φιλοδοξίες καθώς και την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στον κοινωνικό τους περίγυρο. Οπως επισημαίνει ο Νιάρχος στον πρόλογό του, το ατημέλητο ύφος και ο αυθόρμητος χαρακτήρας των επιστολών φανερώνουν παντελή απουσία δεύτερων σκέψεων. Δεν αλληλογραφούν με την προοπτική ότι γράμματά τους πρόκειται κάποτε να δημοσιευτούν, νοιάζονται αποκλειστικά για το δικό τους παρόν και με τη δέουσα προσοχή, ώστε να μη θίξουν ούτε όμως και να ξεγελάσουν ο ένας τον άλλο, περνούν από κόσκινο τα νεανικά τους χειρόγραφα.

Κινούμενοι και οι δυο στον αστερισμό που σχηματίζουν ο... «γλυκός διαφθορέας» Χατζιδάκις, ο Γκάτσος, η Καίη Τσιτσέλη, ο Μίνως Αργυράκης, με τις κεραίες τεντωμένες για να ρουφήξουν ό,τι καλό έχει εκδοθεί εντός συνόρων και εκτός, ειλικρινείς αλλά και διακριτικοί ταυτόχρονα, σαν ν' απολαμβάνουν τη γραπτή τους επικοινωνία πιο πολύ κι από τη φυσική. Είναι τα χρόνια που ο Κουμανταρέας διαβάζει Κάφκα, Καζαντζάκη και Τσβάιχ και που ο Βασιλικός του συστήνει τον Ντάρελ, τον Αλέν Ρομπ Γκριγέ και τον Καμί, φροντίζοντας παράλληλα να του υπενθυμίσει πως «δυστυχώς, η έμπνευση είναι ίδια με την σεξουαλική πράξη: όπως κι εκείνη, έτσι κι αυτή κρατάει μόνο ένα δευτερόλεπτο, μα έχει συνέπειες μεγάλες. Κι οι συνέπειες της έμπνευσης είναι πολλή, συνεχής, ξεθεωτική μέχρις αιμόπτυση, εργασία»...

Ελευθεροτυπία, 11.11.2014
 

Παρουσίαση του βιβλίου στην Εφημερίδα των Συντακτών από τον Αριστοτέλη Σαΐνη

1954. Αθήνα. Στο ζαχαροπλαστείο «Πικαντίλυ» της Πανεπιστημίου συγκεντρώνεται η καλλιτεχνική συντροφιά της εποχής γύρω από τις ηγετικές μορφές του Νίκου Γκάτσου και του Μάνου Χατζιδάκι. Ανάμεσα στους «μεγάλους» σουλατσάρουν και φερέλπιδες νεαροί. Ενας εικοσάρης, με πλούσια καστανά μαλλιά, γυαλιά μυωπίας, και έντονη προφορά του ρο. Αρτι αφιχθείς από Θεσσαλονίκη. Συμμετέχει στη συζήτηση, γελάει και σοβαρεύει απότομα, καπνίζει μανιωδώς. Το πρώτο του βιβλίο έχει προκαλέσει εντύπωση. Δίπλα του, σιωπηλός, λεπτός και ντελικάτος, ένας «από τους πιο τσαρουχικούς ναύτες» με σκαστή άδεια από τη βάση του Βοτανικού. Γράφει και αυτός, αλλά ακόμα δεν έχει δημοσιεύσει.

(...) Οι δύο νεαροί, που δεν είναι άλλοι φυσικά από τους Βασιλικό και Κουμανταρέα, γρήγορα γίνονται αχώριστοι φίλοι: «Στο κάτω-κάτω, οι άλλοι στο τραπέζι μας ανήκουν σε άλλη γενιά. Εμείς τώρα κάνουμε τη δικιά μας» σχολιάζει ο Κουμανταρέας, όταν χρόνια μετά ανακαλεί τη σκηνή της πρώτης γνωριμίας («Η μέρα για τα γραπτά και η νύχτα το σώμα», Κέδρος 1999). Ο Βασιλικός συμπληρώνει το χρονικό της φιλίας τους με πλούσιες αναφορές στην αυτοβιογραφία του («Μνήμη από μελάνι», Διόπτρα 2011).

Στον τόμο περιλαμβάνονται τα τεκμήρια της απαρχής αυτής της σπουδαίας φιλίας «που μεγάλωσε μέσα σε κόσμους μουσικής και βιβλίου, κι έμεινε απείραχτη από καθετί το καθημερινό και το μικρό» (Βασιλικός, 29.8.1957). Σαράντα επτά επιστολές (29 του πρώτου, 18 του δεύτερου) καλύπτουν σε άτακτα χρονικά διαστήματα την εξαετία 1954-1960. «Υπάρχουν τρομερά κενά ανάμεσα σε κάθε συνάντησή μας, ακόμα και σε κάθε γράμμα» διαμαρτύρεται ο Βασίλης. Κάποτε γράμματα χάνονται ή καθυστερούν και υποσχέσεις αθετούνται, άλλοτε μαύρα σύννεφα σκεπάζουν τη σχέση προσωρινά πριν αυτή ξαναβρεί τον ρυθμό της. Μεσολαβούν προσωπικές συναντήσεις, ταξίδια στη Θεσσαλονίκη, κάθοδοι στην Αθήνα. Κάποτε το τηλέφωνο αντικαθιστά τη γραπτή επαφή. Λογοτεχνία, μουσική, προσωπικά ζητήματα, να τα θέματα που τους απασχολούν.

Εφημερίδα των Συντακτών 15.11.14
 

Παρουσίαση του βιβλίου στην Καθημερινή από την Όλγα Σελλά

Η αλληλογραφία δημόσιων προσώπων είναι πάντα ντοκουμέντο εποχής, ήθους, κοινωνικών συνηθειών. Το πολύ ενδιαφέρον αυτού του βιβλίου είναι ότι τα δύο πρόσωπα που δημοσιοποιούν τη νεανική τους αλληλογραφία είναι άνθρωποι γνώριμοι, ανάμεσά μας, που οι περισσότεροι -οι αναγνώστες τους δηλαδή- γνωρίζουν πολύ καλά τη διαδρομή τους. Κι όμως επέλεξαν, ασφαλώς με τη διορατική πίεση του Θαν. Νιάρχου, να κάνουν γνωστούς τους τρόπους έκφρασης των νεανικών τους χρόνων. Επέλεξαν να μοιραστούν μαζί μας τα πριν από τη δημόσια αναγνώριση συναισθήματά τους. Ενα πραγματικό ντοκουμέντο.

Όλγα Σελλά, Καθημερινή, 30.11.2014

                Παρουσίαση στον Δρόμο της Αριστεράς από τον Κώστα Στοφόρο
                                           

Τα πολύτιμα θραύσματα μιας φιλίας

Δύο αγαπημένοι συγγραφείς. Ίσως οι κορυφαίοι ζώντες Έλληνες συγγραφείς, που τα βιβλία τους μας συνοδεύουν δεκαετίες τώρα. (...) Την εποχή εκείνη της γνωριμίας τους ο Βασίλης Βασιλικός, νεότερος κατά τρία χρόνια, είχε ήδη εκδώσει -19 χρονών- τη Διήγηση του Ιάσονα, ενώ ο Μένης Κουμανταρέας, πιο διστακτικός, θα εκδώσει το πρώτο του βιβλίο Τα μηχανάκια, το 1962, σε ηλικία 31 ετών. Κατά την περίοδο της αλληλογραφίας τους εκδίδεται και το δεύτερο βιβλίο του Βασιλικού, Τα θύματα ειρήνης.

Σε ένα από τα πρώτα γράμματα ο Κουμανταρέας παρουσιάζει, αναλυτικά, το θεατρικό έργο που έγραφε εκείνη την περίοδο και προφανώς δεν ολοκληρώθηκε, αν και φαίνεται ιδιαιτέρως ενδιαφέρον και πρωτότυπο στη σύλληψη. Ο Μυγχάουζεν στο Λιόπεσι ίσως κάποτε βγει στο φως για να μας γνωρίσει μια άλλη πτυχή του ταλέντου του. (...) Πέρα από τα θέματα της φιλίας και την εξαιρετική γραφή που έχουν ακόμη και στα γράμματά τους, αξίζει να επισημάνουμε το κριτικό βλέμμα με το οποίο αντιμετωπίζει ο ένας το έργο του άλλου. Ένα κριτικό βλέμμα που όχι μόνο δεν τους ενοχλεί, αλλά τους βοηθά να προχωρήσουν τη δουλειά τους. Κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι τα πράγματα.

Αξίζει πραγματικά να διαβάσει κανείς την αναλυτική κριτική του Κουμανταρέα για τα Θύματα ειρήνης – κεφάλαιο το κεφάλαιο, φράση τη φράση, χαρακτήρα τον χαρακτήρα για να διαπιστώσει πόσο μας λείπει η πραγματική κριτική, η σε βάθος ανάλυση, η διεισδυτική ματιά. Δεν διστάζει ακόμη και να γίνει σκληρός στην κρίση του, μένοντας πάντα ειλικρινής με τον φίλο του, ακόμη κι όταν είναι να μπει σε δύσκολα μονοπάτια.

Σε καμιά περίπτωση δεν χαϊδεύει ο ένας τα αφτιά του άλλου. Και, πράγματι, ο Βασιλικός εντάσσει σε μεγάλο βαθμό τις διορθώσεις που του προτείνει ο φίλος του στο τελικό κείμενο των Θυμάτων ειρήνης. Είχε, μάλιστα, ευτυχήσει να δεχτεί και την κριτική ματιά του Νίκου Γκάτσου για το χειρόγραφο του βιβλίου του.

Εμείς που διαβάζουμε εκ των υστέρων τα γράμματα, έχοντας πια γνώση για μεγάλο τμήμα του έργου τους, είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε πόσο διορατικοί αποδείχθηκαν και οι δύο, διαβάζοντας ο ένας το έργο του άλλου.


                                                                             Δρόμος της Αριστεράς, 05.12.14

 

Παρουσίαση του βιβλίου στο Έθνος από την Ελένη Γκίκα

"Η ζωή μας είναι λίγη, Μένη. Πολύ λίγη. Και κάθε μέρα λιγοστεύει. Βιάσου λοιπόν να πεις αυτό που έχεις μέσα σου, αυτό που σε κλωθογυρίζει τόσα χρόνια. Βιάσου να το πεις μ' έναν τρόπο ολότελα δικό σου, ξεχνώντας ό,τι διάβασες, άκουσες, ή σου είπαν. Η Τέχνη μάς θέλει γυμνούς, γιατί μόνο μες στη γύμνια μας είμαστε ξεχωριστοί ο ένας απ' τον άλλον. Τα ρούχα, οι μόδες, μας εξομοιώνουν τραγικά. Και όσοι κατόρθωσαν να πούνε κάτι σ' αυτόν τον παράλογο κόσμο, ήταν αυτοί που δεν είχαν χάσει την παιδική τους αφέλεια, μια κάποια αυθορμησία που πάντα πρέπει να υπάρχει-» (15 Ιανουαρίου 1960). (...)

Το χρονικό της φιλίας τους καταγεγραμμένο πια μέσα σε 46 επιστολές, 28 του Βασίλη Βασιλικού και 18 του Μένη Κουμανταρέα. Μέσα από κάρτες, κριτικές, απόψεις, προσωπικά, και χαρτοπετσέτες με χαιρετίσματα απ' όλους: Μένης, Μάνος, Γκάτσος, Κούνδουρος, Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Καίη Τσιτσέλη. «Σε νοσταλγούμε, σε αγαπούμε-» με τις υπογραφές τους. Το αποτέλεσμα αυτής της φιλίας και εκείνης της αλληλογραφίας, ένα σπάνιο ντοκουμέντο. Επιστολές τρυφερές, εξομολογητικές, με το κοινό πάθος τους πάντα για τη δημιουργία. Με κριτικές, πολλές φορές, αυστηρές, «ο Μένης μού κάνει μια αυστηρή κριτική, είχα εκδώσει τότε τα -Θύματα ειρήνης -. Αλλά προσθέτει αμέσως μετά -όμως, αυτή η περιγραφή είναι καταπληκτική-, δηλαδή, σε τσιμπάει κι αμέσως σου βάζει εκεί το κατάπλασμα για να μην πονάει»...

Έθνος, 14.12.14
 

Παρουσίαση του βιβλίου στο spirto.net από τη Λήδα Πιμπλή

Το επιστολικό μυθιστόρημα είναι μια από τις μεγάλες εφευρέσεις του Διαφωτισμού –το θυμήθηκα χαζεύοντας το εξώφυλλο του βιβλίου «Βασίλης Βασιλικός – Μένης Κουμανταρέας: Νεανική αλληλογραφία 1954-1960», το οποίο κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Τόπος σε επιμέλεια Θανάση Νιάρχου. Φυσικά, το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα. Πρόκειται για μια συλλογή ντοκουμέντων –πώς αλλιώς να περιγράψει κανείς τη γραπτή επικοινωνία ανάμεσα σε δύο δημιουργικά πνεύματα στην αρχή της πορείας τους στα γράμματα; Όμως, διακρίνεται γι’ αυτή την ίδια αρετή που έκανε την επιστολική λογοτεχνία δημοφιλή και χρήσιμη τον 18ο αιώνα. Οι γράφοντες μιλούν σε πρώτο πρόσωπο, εκθέτοντας εν τη ρύμη του λόγου, σκέψεις και ιδέες που δεν έχουν ακόμα αποκρυσταλλωθεί, κάνοντάς μας δηλαδή συμμέτοχους στην πνευματική περιπέτειά τους. Μια περιπέτεια που διέρχεται από τα δύσβατα εδάφη της Ελλάδας της οικονομικής και κοινωνικής υστέρησης των μεταπολεμικών χρόνων, όταν ακόμα και η απλή μετάβαση σε μια επαρχιακή πόλη αποτελούσε επίτευγμα άξιο θαυμασμού, της πολιτικής και προσωπικής καταπίεσης, της εναγώνιας αναζήτησης πνευματικών στηριγμάτων.
Ο Βασίλης Βασιλικός και ο Μένης Κουμανταρέας ξεκίνησαν τη μακρά πορεία τους στα γράμματα την εποχή περίπου την οποία γράφτηκαν οι επιστολές που περιέχει το βιβλίο. Οι αναζητήσεις τους τότε ήταν συμβατές με την ηλικία τους: η αγωνία του έρωτα, η αναγκαιότητα της φιλίας, οι μακρές σκιές του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου που οδηγούσαν τα βήματά τους. Και οι δύο διαπνέονταν από το πάθος της δημιουργίας, και οι δύο δεν αγνοούσαν το αίσθημα της απώλειας που θα παρεισφρήσει αργότερα στη σκέψη τους.
Ιδωμένο με τη σημερινή οπτική, το βιβλίο, το οποίο επιμελήθηκε με στοργή ο Θανάσης Νιάρχος, αποτελεί ταυτόχρονα πορτρέτο και χρονογράφημα. Αξίζει να το διαβάσετε.

30.1.2015, tospirto.net