1. Κρητική Λαογραφία
  2. Λογοτεχνία
  3. Κρητική λογοτεχνία
  4. Ποίηση
  5. Κρητική Ποίηση-Μαντινάδες
  6. Επιστροφή

Λαογραφική Ξενάγηση στην Κρήτη-Έμμετρη & Σκιτσογραφημένη

Συγγραφέας: Κανάκης Γερωνυμάκης

 

Εκδότης: Mystis

 

Τιμή: 15,90 €

:
Ημ/νία κυκλοφορίας: Μάιος 2018
  • Google+
  • PrintFriendly
Χρονολογία έκδοσης: 2018
Τύπος: Μαλακό
Σελίδες: 206
Διαστάσεις: 24x17cm

ISBN

  •  978-618-5024-93-2

Περιγραφή

Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ
Γεννήθηκα το 1926 και θυμάμαι καλά τον κόσμο όπως ήτανε και πριν από τον πόλεμο. Έζησα τον πόλεμο, την κατοχή, τον εμφύλιο πόλεμο, δύο δικτατορίες (αυτή του 1936 και αυτή του 1967). Έζησα την καλπάζουσα εξέλιξη του τεχνικού πολιτισμού, ειδικά μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο που επέδρασε στο οικονομικό και στο πολιτιστικό επίπεδο και σε όλες τις φάσεις της ζωής. Έζησα τις μεγάλες αλλαγές στην πολιτιστική μας ζωή (στα ήθη, στα έθιμα, στην γλώσσα, στο ντύσιμο κλπ.). Μπορώ εξ’ ιδίας αντιλήψεως να κρίνω και να συγκρίνω το πρόσφατο παρελθόν με το παρόν (που τόσες μεγάλες διαφορετικότητες υπάρχουνε μεταξύ τους).
Θεωρώ σκόπιμο ότι αυτά που ξέρομε από αυτές τις διαφορετικότητες δεν πρέπει να τα πάρομε να φύγομε, εμείς οι λίγοι υπέργηροι που είμαστε ακόμα, μα νομίζω ότι πρέπει να τα καταγράφομε για να τα παραδώσωμε στις νεότερες γενιές.
Εγώ επειδή έχω την ικανότητα να στιχουργώ σκέφτηκα να τα γράψω σε έμμετρο και ακόμα επειδή τα καταφέρνω και στο σκιτσάρισμα, έχουνε κυρίαρχη παρουσία τα σκίτσα μου, γιατί νομίζω ότι ούτε η γλώσσα, ούτε η πένα δεν μπορούνε να πούνε όσα μπορεί να πει το σκίτσο, σε κάποιες περιπτώσεις. Το σκίτσο μπορεί να συνδυάσει πράγματα που δεν μπορεί εύκολα να τα επιτύχει ούτε η φωτογραφία. Όλα τα σκίτσα είναι δικά μου φωτογραφίες έχω βάλει μόνο 3 από το μέτωπο του Εμφυλίου Πολέμου. «Ποιητική αδεία»  περιλαμβάνονται και λόγιες λέξεις, λίγες, μα και τις κρητικής διαλέκτου πολλές όπου τις εξηγούμε στο τέλος στο γλωσσάρι.
Μα ακόμα και τούρκικες λέξεις (που δεν τις συμπαθώ) έχω χρησιμοποιήσει πάλι ποιητική αδεία.
Κάπου – κάπου γράφω περιστατικά από την προσωπική μου ζωή, όταν νομίζω ότι από αυτά βγαίνουνε χρήσιμα γενικότερα συμπεράσματα, γιατί ίδια περίπου συνέβαιναν γενικά στον λαό.
Έδωσα έμφαση στο σκίτσο για να φωτογραφίσω καταστάσεις, όχι στιγμιότυπα και έχω γύρω στα 150.
Όλο το βιβλίο είναι: Δική μου στιχουργική, δικά μου σκίτσα, δικές μου μνήμες, δικές μου εμπειρίες και βιώματα. Ελάχιστα στοιχεία πήρα από άλλες πηγές.
Για να καταφέρω κάτι συνετέλεσαν:
1) Ότι έζησα σε εποχή και σε περιοχή με πλούσια πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά.
2) Ότι είχα άριστο μνημονικό
3) Ότι τα καταφέρνω στην στιχουργική και στο σκιτσάρισμα.
4) Ότι είμαι 91 ετών και από τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα έζησα ορισμένα πράγματα που ήδη έχουνε φύγει ανεπιστρεπτί.


Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η
Στα εννιακόσα’κοσι έξ, την ύστερη του χρόνου,
ήρθα στον κόσμο της ψευτιάς, της κρίσης και του πόνου.
Και όταν πρωτανοίξανε τα παιδικά μου μάτια,
είδα στον κόσμο υστέρησες και πείνες και κεσάτια.
Γιατί και πριν τον πόλεμο ο κόσμος δυστυχούσε,
έτρωγε χόρτα και χοχλιούς, μα γενικά πεινούσε.
Τότε και κράτος και λαός είχε ακαταστασία
Ήταν το κραχ τσ’ Αμερικής και η Μικρά Ασία.
Καθόλου μεροκάματο δεν εύρισκες να κάνεις,
και τρόποι δεν υπήρχανε λίγες δραχμές να πιάνεις.
Αν αρρωστούσες, μα λεφτά δεν είχες να πληρώσεις,
παρακαλούσες τον Θεό για να ‘ρθει να σε σώσει.
Αρρώστησε ο πατέρας μου, σαν ήμουνα παιδάκι,
τα βόδια μας πουλήσαμε να γιατρευτεί λιγάκι.
Δεν ξανακαταφέραμε να πάρουμε ζευγάρι,
ξένα ζευγάρια παίρναμε να σπέρνομε κριθάρι.
Μ’αφού τα εκατάφερα να ενεννηνταρίσω
ήθελα κάποια πράγματα να σας εξιστορίσω.
Πράγματα που τα έζησα και τα ‘δα στον καιρό μου,
τα γράφω όπως μείνανε εις το θυμητικό μου.
Από το ραδιόφωνο και την εφημερίδα,
απ’ όσα αντιμετώπισα και από όσα είδα.
Σε χρόνια πολυτάραχα πέρασα τη ζωή μου
κι οσά ‘ζησα δεν θά ‘θελα να φύγουνε μαζί μου.
γι’ αυτό τα γράφω στο χαρτί να τα διαβάσουν άλλοι
και εύχομαι ολόψυχα να μην ξανάρθουν πάλι.

Αρχές του σαράντα εννιά με κάλεσε η Πατρίδα,
σ’ αδελφοκτόνο πόλεμο, Γράμμο και Βίτσι επήγα.
Σαν γύρισα από τον στρατό εδούλεψα εργάτης
έκανα μεροκάματο, σ’ ελιές κι αμπέλια σκάφτης.
Σ’ ελαιουργεία εδούλεψα και σε τυροκομεία.
Ο τόπος είχε άσκημη και τότε οικονομία
Αμπελουργός, μελισσουργός, κτίσης ελαιοκόμος
εργάτης ανειδίκευτος αλλά και οικοδόμος.
Στα σπίτια όπου έχτιζα έφτιαχνα και τις πόρτες
δεν ήμουν μαραγκός καλός, μα επαιρνούσα ετότες.
Ερασιτέχνης έφτιαχνα σαμάρια  και κοφίνια,
η επιτειδιοσύνη μου άξιζε τα τσικίνια.
Όλα τα δέντρα εκέντριζα έφτιαχνα τις ελιές μου
Εις το Δημοτικό σχολειό τελείωσα τις σπουδές μου.
Εις τα τριάντα πέντε μου, εις την Κοινότητά μου,
Γραμματικό με βάλανε, λίγα τα γράμματά μου.
Εις το Γυμνάσιο εγώ καθόλου δεν επήγα,
τα βολεψα κι ας ήτανε τα γράμματά μου λίγα.
Από μικρός επρόσεξα ότι στην κοινωνία
φθείρεται η πολιτιστική ντόπια κληρονομία.
Άλλα στοιχεία χάνονται κι άλλα παραποιούνται
και  όσοι είναι ευαίσθητοι θλήβονται και λυπούνται.
Εκράτουνα στην τσέπη μου μολύβι και χαρτάκι
κι έγραφα όσα χάνονται στο σημειωματάκι.
Όρκους, κατάρες και ευχές, βρισιές και παροιμίες
και διαφορές ανάμεσα π’ έβλεπα στσ’ ηλικίες.
Αλλιώς μιλούσε η μάνα μου, αλλιώς και η γιαγιά μου
μα πάλι διαφορετικά μιλούσε η γενιά μου.
Ετότες που εξέλιξη εισήρχετο στα πάντα
τα ήθη και τα έθημα πηγαίνανε στην πάντα.
Για χρόνια τα κατάγραφα για να τα διασώσω
κι εσκόπευα σ’ ερευνητές έμπειρους να τα δώσω.
Έζησα και σε εποχή όπου εις τα χωριά μας,
πλούσια η πολιτιστική ήτο η κληρονομιά μας.
Κάποτε διαπίστωσα πως είχε σημασία,
το υλικό που μάζεψα για την λαογραφία.
Κι ετόλμησα και έγραψα το πρώτο μου βιβλίο,
απ’ όσα είδα κι έζησα εις τον δικό μου βίο.
Έγραψα τσ’ εμπειρίες μου και τα βιώματά μου,
κι ας ήσαν στην εκπαίδευση λίγα τα γράμματά μου.
Είναι σχολή και η ζωή, κι αν ξέρεις να διαβάζεις,
δίχως Πανεπιστήμιο εις την ζωή σπουδάζεις.
Σαν έφυγα από το σχολειό έσκαβα ελιές κι αμπέλια,
και στο ζευγάρι επήγαινα σαν ούλα τα κοπέλια
Και στα μητάτα εδούλευα κι έμπαινα μαντρατζάκι
και στα καμίνια εδούλευα κι ας ήμουν κοπελάκι.
Κι εργάτης ανειδίκευτος από μικρός επήγα
μα εφόσον ήμουνα μικρός λεφτά μου δίναν λίγα.
Μα το σαράντα με έστειλαν στ’ Ασκύφου στ’ Αμμουδάρι
να  μάθω για επάγγελμα την τέχνη του τσαγκάρη.